circlepoioieimaste-clear

 

katalogos-button

 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ"

03 Pn Mai Ioun 17 exo 1ccc

Γίνετε συνδρομητής στο

διμηνιαίο περιοδικό ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ

το οποίο περιέχει: πλούσια

αρθρογραφία,παιδική στήλη,

ιστορίες, ποιήματα και ύμνους,εδάφια

και μελέτη της Αγίας Γραφής,

ενθάρρυνση για κάθε πιστό.

στείλτε τα στοιχεία σας στο

 [email protected]

youtube-logo-223

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 

N E O

anagennisiexo2

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ: 

Το θέμα των θεμάτων

Το γεγονός των γεγονότων

Το θαύμα των θαυμάτων

για παραγγελίες πατήστε εδώ

Exo-Xero-Pistepsa-m

Exo-Koinonia-m

 

παραγγελίες εδώ

 

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

eik-psari-sto-xwma

"Το Ψάρι στο Χώμα"

ένα μυθιστόρημα των

πρώτων Χριστιανών

 

Exo-Promessa-m

"Προμέσσα"

Μια ιστορία για τους τελευταίους

καιρούς πάνω στη γη.

ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΗΛΙΚΙΕΣ

Μην τα χάσετε!

 

H ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΒΙΩΝΟΥΜΕ

Exo-Krisi-m

Από πού ξεκίνησαν όλα;

Και πού οδηγούν;

Ένα φταίξιμο ζητεί παραλήπτη. 

Υπάρχει λύση;

παραγγελίες εδώ

BESTSELLERS

 

exo-thaumasia-zoi-agiasmou

exo-thaumasia-zoi-proseuxis

exo-oikogeneia

Exo-Kathe-Mera-m

 

ΟΙ ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΜΑΣ

- Προσφέρουμε ΔΩΡΕΑΝ

την Καινή Διαθήκη στην

Δημοτική γλώσσα αν μας την

ζητήσετε με γράμμα σας

στη διεύθυνση των Πνευματικων

Εκδόσεων ή με email σας.


– Ζητήστε μας ΔΩΡΕΑΝ

δείγματα των εκδόσεών μας

και αναλυτικούς καταλόγους.


– Διαθέτουμε μεγάλη ποικιλία

από CD με ομιλίες πάνω σε

πνευματικά ζητήματα και εις

βάθος μελέτη του Λόγου του

Θεού. Αναζητήστε τους

online καταλόγους μας και

στείλτε μας παραγγελίες στην

διεύθυνση των Πνευματικών

Εκδόσεων ή με email σας.

output Ya23YS

 

leaves  

Δεν είχαν καταλάβει η Ελίζα και η Ρόδη μεγαλώνοντας ποιοι ήταν οι γονείς τους. Νόμιζαν πως η μαμά ήταν εκείνη η κοντούλα που δεν έφτανε στα ψηλά ντουλάπια της κουζίνας τη ζάχαρη όταν της ζητούσαν να φτιάξει μιλφέιγ. Νόμιζαν πως ο μπαμπάς ήταν ένας μπαμπάς όπως όλοι οι άλλοι, μόνο που του άρεσε να κάθεται στο γραφείο του και να γράφει μασουλώντας κριτσίνια. Και πού και πού σκαρφάλωνε στο πεζούλι δίπλα απ’ το μπαλκόνι να στερεώσει τους κισσούς που ανέβαιναν από τον κήπο.

Κι όταν στη θάλασσα, το καλοκαίρι, έπαιζαν οι πέντε τους μπάλα και πιτσιλούσαν τον Ευτύχη κι έκαναν πατητές στον μπαμπά και τη μαμά την άφηναν καμιά φορά να πιάσει την μπάλα στο κορόιδο, νόμιζαν πως έμοιαζε με των άλλων η οικογένειά τους.

Πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβουν.

Μέχρι να δουν πως ήταν οι γονείς τους πολεμιστές σε μια μεγάλη μάχη. Πως ήταν αγγελιοφόροι ενός τρανού Βασιλιά, πως είχαν στην ευθύνη τους αγρούς σαν γεωργοί και πρόβατα σαν ποιμένες.

Δεν ήξεραν η Ελίζα και η Ρόδη πως οι γονείς τους ήταν βασιλόπουλα. Δεν ήξεραν πως αυτοί οι καταπληκτικοί άνθρωποι που τις μεγάλωναν δεν ήταν παρά καθρέφτες ενός καταπληκτικού, μεγαλόπρεπου Θεού.

Προς το παρόν, αυτό που ήξεραν ήταν πως είχαν μπει στην εφηβεία. Η οποία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν ήταν και ό,τι καλύτερο τους είχε συμβεί. Η Ρόδη σε δύο μέρες θα έκλεινε τα 13. Κι έμοιαζε να είναι πάντα θυμωμένη. Δεν θυμόταν τον εαυτό της διαφορετικά.

*

Ο μπαμπάς και η μαμά είπαν θα καλέσουν παιδιά από την εκκλησία για να γιορτάσουν τα δέκατα τρίτα γενέθλια της Ρόδης. Η Ρόδη είπε να την αφήσουν ήσυχη. Ο Ευτύχης, που ήταν ενός χρονού τότε δεν είπε, αλλά σκεφτόταν, πόσο άραγε μικρά θα είναι αυτά τα «παιδιά» που θα έρθουν και αν θα μπορεί να παίξει μαζί τους –ήταν τελικά πιο μεγάλα από όσο νόμιζε, πιο πολύ νέοι παρά παιδιά- και η Ελίζα είπε πως τα δικά της γενέθλια ήταν το καλοκαίρι που όλοι λείπουν και αυτό είναι αδικία.

Έτσι, στις εφτά το απόγευμα, η πόρτα του σπιτιού άνοιξε για τον πρώτο καλεσμένο.

Είχαν συνηθίσει η Ελίζα και η Ρόδη να τακτοποιούν το σαλόνι και να κλείνουν την ενδιάμεση πόρτα, που απομόνωνε τα δωμάτιά τους, για να γεμίσει το σπίτι κόσμο. Ήξεραν από μωρά πως το σπίτι δεν ανήκε στις ίδιες και τους γονείς τους. Ήξεραν πως το σαλόνι δεν το έχουμε για να παίζουμε παιχνίδια με πριγκίπισσες και να μαθαίνουμε αγγλικά με τη μαμά, όχι μόνο γι’ αυτό, τουλάχιστον. Ήξεραν πως στο σπίτι αυτό προτεραιότητα είναι να ανοίγουμε τον Λόγο του Θεού, μόνοι μας ή μαζί με άλλους, να Του μιλάμε και να μαθαίνουμε πώς θέλει Εκείνος να ζούμε.

Δεν ήξεραν πως αυτές οι ιστορίες που τους διάβαζε η μαμά από την Αγία Γραφή ήταν ρίζες. Δεν ήξεραν πως οι προσευχές του μπαμπά γύρω από το βραδινό φαγητό ήταν φτερά. Δεν ήξεραν ακόμα.

Το σπίτι γέμισε φωνές και φασαρίες και δώρα.

Έπαιξαν παιχνίδια που σκαρφίστηκε ο μπαμπάς. Ήταν πολύ εύκολο για τον μπαμπά να κάνει ένα δωμάτιο άνω κάτω στη στιγμή, με γέλια και αστεία και ιστορίες. Δεν ήξεραν η Ελίζα και η Ρόδη πως δεν είναι όλοι οι μπαμπάδες του κόσμου έτσι. Κανένας, για την ακρίβεια δεν είναι.

Έπαιξαν το «γιατί και διότι», έπαιξαν «το καημένο το γατάκι», και παντομίμα. Έψαλλαν, έκαναν προσευχή, έσβησαν την τούρτα. Η Ρόδη στραβομουτσούνιασε λίγο στο κάθε ένα από τα τρία τελευταία, αλλά κράτησε μέσα της το θυμό που πήγαινε να ξεσπάσει. Αυτοί έφταιγαν που έπρεπε να πάει στην εκκλησία όταν ήθελε να παίξει. Αυτοί έφταιγαν που της έλειπε ο μπαμπάς της τις Τετάρτες τα βράδυα. Αυτοί έφταιγαν που την κορόιδευαν τα παιδιά στο σχολείο επειδή δεν έβλεπε τις σειρές στην τηλεόραση. Αυτοί και οι γονείς της. Οι γονείς της κι αυτοί.

Και ο Θεός.

Πρώτα και πάνω απ’ όλα ο Θεός.

Και η μαμά έλεγε πως την αγαπάει. Γιατί τότε πονάω; Ήθελε να ουρλιάξει η Ρόδη. Γιατί δεν είμαι ευτυχισμένη;

Όταν έφυγαν όλοι, πήγε στο δωμάτιό της να ανοίξει τα δώρα.

-Τι τους θέλαμε τώρα όλους αυτούς στο σπίτι μας; είπε στη μαμά, συνοφρυωμένη. Μια χαρά θα ήμασταν μόνοι μας. Τώρα θα μαζεύουμε μέχρι αύριο.

Η μαμά δεν της απάντησε.

Την κοίταξε μόνο και η Ρόδη είχε την περίεργη αίσθηση ότι την λυπόταν.

Κάθισε στο κρεβάτι της με τα πακετάκια δίπλα. Το κάθε ένα είχε πάνω από μία κάρτα.

Άνοιξε το ένα χωρίς πολλή...                                                                         

 

snow1

 

Να ξεκαθαρίσουμε πρώτα κάτι. Όταν ερχόταν η ώρα του παιχνιδιού, στο σπίτι της Ελίζας και της Ρόδης, δεν ξέρω ποιος ήταν πιο παιδί. Τα κορίτσια ή ο μπαμπάς; Και έπειτα που ήρθε ο Ευτύχης, και πάλι ο μπαμπάς τον συναγωνιζόταν σε τρελές ιδέες και επικίνδυνες. Αν μη τι άλλο, ήταν ο μπαμπάς που έλεγε μέσα στο χειμώνα να βρουν ένα ψιλικατζίδικο να αγοράσουν παγωτό. Ή, μια μέρα που έτσουζε το κρύο, έψαχνε λέει σορμπέ.

Ένα καλοκαίρι στην Κέρκυρα εκείνος τους ξεσήκωσε όλους να πάνε για μεταμεσονύκτιο μπάνιο, στην παραλία που δεν έβλεπαν καλά καλά προς τα πού πέφτει το νερό και πού τα βότσαλα, και που ο βυθός της θάλασσας ήταν πηχτό μελάνι. Κι άλλη μια φορά, ήταν Πάσχα και γύριζαν με το πλοίο από την Κρήτη και ήταν ο μπαμπάς που είπε στα «κοριτσάκια» και στον Ευτύχη να παίξουν κανένα επιτραπέζιο μπας και περάσει η ώρα. Σίγουρα, όλοι βαριόντουσαν απίστευτα, αλλά δεν θα τολμούσαν ποτέ να σηκωθούν και να αρχίσουν να κάνουν παντομίμα ιστορίες από την Παλαιά Διαθήκη κουκουλωμένοι με ζακέτες στον κρύο αέρα και να τους κοιτάζει περίεργα όλο το κατάστρωμα.

Και το να παίξουν «το καημένο το γατάκι» στον Όμιλο, ή να πάρουν κανόε-καγιάκ στη Χαλκιδική, ή να κάνουν μπάρμπεκιου στον κήπο, όλα αυτά ιδέες του μπαμπά ήταν. Κι αυτές και άλλες τόσες. Επιτυχημένες μάλιστα, οι περισσότερες.

Μια μέρα ο μπαμπάς κρέμασε ένα ξύλινο σπιτάκι για πουλάκια έξω από το παράθυρο της Ρόδης, κάτι που το βρήκε και ο ίδιος και η Ρόδη ιδιαίτερα ποιητικό σαν κίνηση, όμως ούτε ένα πουλάκι για δείγμα δεν το πλησίασε ποτέ. Κανείς δεν ξέρει μέχρι σήμερα την αιτία. Και παλιότερα, όταν η Ελίζα και η Ρόδη ήταν μικρές, ο μπαμπάς χιλιοπαρακαλούσε τη μαμά να τον αφήσει να μάθει θαλάσσιο σκι, αλλά εκείνη αρνιόταν. Όχι βέβαια πως μπορούσε τίποτα να του αρνηθεί η μαμά αν το έβαζε στο κεφάλι του, αλλά για εκείνη την περίπτωση ίσως το ήξερε κι ο ίδιος πως δεν ήταν κάτι που του χρειαζόταν ιδιαίτερα στη ζωή του και πως θα τον έβαζε σε έναν κίνδυνο, που εύκολα μπορούσε να αποφύγει, γι’ αυτό δεν επέμεινε. Δεν νομίζω πως υπήρχε κάποια άλλη φανταστική ιδέα του που δεν την πραγματοποίησε με μεγάλη επιτυχία, εκτός από αυτές τις δύο.    

Κι έπειτα, τη χρονιά που η Ελίζα τελείωνε το Λύκειο και η Ρόδη έτρεχε, όπως πάντα να τη φτάσει, ένα χρόνο πιο πίσω, και ο Ευτύχης προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς του συμβαίνει σε αυτό τον περίεργο κόσμο που βρέθηκε πριν από πέντε χρόνια, έγινε το απίστευτο.

Χιόνι.

Πολύ χιόνι, όχι κοροϊδίες. Χιόνισε τόσο, που έκλεισαν οι δρόμοι. Χιόνισε τόσο, που έπεσε το ρεύμα. Όσο ενθουσιασμό και αν χωρούσαν τα σχέδια του μπαμπά, όσο κι αν έβαζε Χριστουγεννιάτικα τραγούδια στο αυτοκίνητο από τον Οκτώβριο, ούτε ακόμα κι αυτός δεν μπορούσε να παραγγείλει χιόνι.

Βέβαια δεν ήταν και τόσο ενθουσιασμένος όταν το χιόνι του έκαψε όλα του τα περήφανα φυτά στον κήπο, αλλά αυτό έγινε μετά. Προς το παρόν, ξύπνησε πρώτος, πριν από όλους στο σπίτι, εκείνο το παγωμένο πρωινό του Γενάρη, και άνοιξε τα παντζούρια.

-Κοριτσάκια, Ευτύχη, ξυπνήστε! φώναξε.

Τα κοριτσάκια και ο Ευτύχης γύρισαν από την άλλη –ήταν ακόμα διακοπές, η πρώτη εβδομάδα του χρόνου.

Ο μπαμπάς σκούντησε τη μαμά.

snow2

-Ααα, τι ωραία! είπε εκείνη σε μία σπάνια έκρηξη συναισθηματισμού. Και κατέβηκε κάτω να φτιάξει πρωινό.

Τι να κάνει, βγήκε κι αυτός έξω να σκουπίσει τα σκαλιά για να μη γλιστράνε.

Σε κάνα-δυο ωρίτσες η Ελίζα και η Ρόδη άρχισαν να ξεμυτίζουν από τα σκεπάσματα.

-Χιόνι! τσίριξαν. Μπαμπά, γιατί δεν μας ξύπνησες νωρίτερα;

Ο μπαμπάς έσφιξε τα χείλια του αποφασισμένος να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Μόλις ξεκινούσε η μέρα. Είχαν χρόνο για εξηγήσεις αργότερα.

-Φορέστε μπουφάν, τους απάντησε. Πάμε στην ταράτσα.

-Πρώτα να φάτε κάτι! φώναξε η μαμά από τη σκάλα.

Έφαγαν από μία μπουκιά ο καθένας και έκαναν προσευχή και οι πέντε, και όλη την ώρα τα πόδια τους χόρευαν κάτω από το τραπέζι, έτοιμα να τρέξουν έξω.

Τελικά η μαμά τους έδωσε σήμα να σηκωθούν. Ψιλομάζεψαν τα πιάτα και φόρεσαν τα αθλητικά τους παπούτσια.

Πάνω στην ταράτσα επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Το κρύο δεν ήταν τόσο επιθετικό, γιατί δεν φυσούσε καθόλου, αλλά σε διαπερνούσε σε δευτερόλεπτα. Όλα ήταν κάτασπρα, ως εκεί που έφτανε το μάτι. Ούτε το τρένο δεν περνούσε.

Η Ελίζα με τη Ρόδη βάλθηκαν να μην αφήσουν ούτε ένα εκατοστό από καινούργιο χιόνι ανέπαφο στην ταράτσα.

Τα κορίτσια ξάπλωσαν κάτω να κάνουν αγγέλους στο χιόνι και γέμισαν τα μαλλιά τους χιονονιφάδες. Ο Ευτύχης έφτιαξε μία μικροσκοπική χιονόμπαλα και την πέταξε στην πλάτη του μπαμπά, ο οποίος ούτε που την αισθάνθηκε, κι έμεινε να αναρωτιέται ποιοι σε ποιο σημείο του είπαν ψέματα για το πώς ξεκινάει ένας χιονοπόλεμος. Έπειτα ανέβηκε και η μαμά, με το κόκκινο μπουφάν της, που είχε μία κουκούλα με γουνίτσα.

-Έλα να σου δείξω, είπε η Ρόδη στον Ευτύχη και μαζί έφτιαξαν μία χιονόμπαλα μικρή αλλά σφιχτή σαν μια γροθιά.

Την πέταξαν στην Ελίζα, που κοιτούσε τα λευκά δέντρα με τα γαντοφορεμένα της χέρια ακουμπισμένα στα κάγκελα, και την πήρε στο μάγουλο ξώφαλτσα. Ωχ! Πρέπει να την έτσουξε λίγο. Η Ελίζα γύρισε απότομα και τα μάτια της πετούσαν φωτιές. Ο Ευτύχης διπλώθηκε στα δύο, σκασμένος στα γέλια, που όμως σύντομα του κόπηκαν, όταν του ήρθε μία χιονόμπαλα στο γόνατο. Κι έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος.

Ώρες αργότερα, αφού είχαν ανακατέψει όλο το καθαρό χιόνι της ταράτσας, της αυλής, καθώς κι εκείνο που είχε καλύψει, αφράτο, το αυτοκίνητο, ιδρωμένοι, με παγωμένα δάχτυλα και ζεστές καρδιές, με το λαιμό τους να πονάει από τα γέλια, και τη γουνίτσα της μαμάς κάτασπρη από τις νιφάδες του χιονιού που έπεφταν ασταμάτητα, μαζεύτηκαν στο σπίτι. Αυτή τη φορά πεινούσαν σαν λύκοι.

Η μαμά έφτιαξε καυτό τσάι και έψησε μια πίτα, και πάλι δεν τους έφταναν, κι έτσι έβγαλε πάλι μαρμελάδα και ψωμί από το πρωινό που δεν έφαγαν.

-Γιατί έσβησες, μπαμπά το φως; ρώτησε ο Ευτύχης.

-Αναμμένο είναι, αγόρι μου, απάντησε ο μπαμπάς. Αλλά κοίταξε έξω, το χιόνι πύκνωσε. Πέφτει τόσο πολύ, που κρύβει το φως του ήλιου.

-Ααα, είπε ο Ευτύχης και μπούκωσε ένα κομμάτι πίτα ολόκληρο.

Η Ρόδη σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.

Δεν μπορούσε να δει ούτε ένα μέτρο πιο κει. Μία πυκνή κουρτίνα από χιόνι έπεφτε